Sarah Kane : 4.48  ή η νύχτα της αποκάλυψης

 

«Πέρασα μια νύχτα όπου όλα μού αποκαλύφθηκαν.  Πώς μπορώ να ξαναμιλήσω πια;»  λέει η ηρωίδα του «4.48» από τους πρώτους κιόλας στίχους αυτού του θεατρικού ποιήματος, που θα μας αφήσει άφωνους, που θα μας κάνει πολλές φορές να ευχηθούμε να σωπάσει πια η ηθοποιός, να πάψει πια η ενσάρκωση αυτής που «νεκρή από πολύ καιρό τώρα, πίσω στις ρίζες μου, τραγουδώ στο όριο».

Το όριο : νοηματικό : «μια στιγμή διαύγειας πριν την αιώνια νύχτα»` υπαρξιακό : «κουράσθηκα από τη ζωή και το μυαλό μου θέλει να πεθάνει»` ταυτότητας : «έχω ανάγκη να γίνω αυτό που είμαι ήδη»` φύλου: « η σπασμένη ερμαφρόδιτος»` συνειδητότητας : «έχω πάθει τέτοια κατάθλιψη από το γεγονός της θνητότητάς μου που αποφάσισα να αυτοκτονήσω»`  διάσχισης: «εδώ είμαι Εγώ και εκεί είναι το σώμα μου».

Από το όριο προσπαθεί να γυρίσει στις ρίζες της και να συναθροίσει «τον εαυτό μου, που δεν συνάντησα ποτέ, τον εαυτό μου, που το πρόσωπό του είναι πατικωμένο στον πάτο του μυαλού μου».  Στρατηγικός στόχος που η ηρωίδα προσπαθεί να πετύχει με τη σκηνοθεσία του καθρεφτίσματος μέσα στον άλλο, τον άλλο που διχοτομεί στον «ξένο» και στον «όμοιο».   Το ξένο μέρος του εαυτού θα προβληθεί στον ψυχίατρο και θα επενδυθεί με όλες τις επιθετικές ενορμήσεις`  θα είναι ανίκανος να ακούσει την οδύνη του ατόμου ως έκφραση της υπαρξιακής εμπειρίας`  κλεισμένος στην άκαμπτη παραδοχή της ψυχικής νόσου ως παράγοντα που προκύπτει εξωγενώς, «δεν είναι λάθος σου, δεν φταις εσύ», που δεν τολμά να ρωτήσει «γιατί», «υπερβολικά υγιής και ευαίσθητος», υπερβολικά προφυλαγμένος και μακρινός αποτελεί τον αντίποδα του όμοιου που είναι η ερμαφρόδιτη (φανταστική;) ερωμένη (ψυχίατρος;) που αγγίζει την ηρωίδα τόσο βαθειά όσο κανείς, τόσο μοναδικά, που τα μεταξύ τους όρια καταργούνται.  Αν το άκαμπτο του ξένου θανατώνει τη φόρμα, τον μετασχηματισμό, το παιχνίδι, στο ίδιο καταλήγει και η παραληρηματική σύντηξη με την ερωμένη, που καταργεί κάθε όριο και αναφορά. Εγκαθίσταται ριζική απουσία και μοναξιά : «γιατί δεν μπορώ να σε βρω . . . με τι μοιάζει αυτή; . . . και πώς θα την γνωρίσω όταν τη δω; . . θα πεθάνει . . θα πεθάνει . . . αλλά πιο πολύ γαμώ εσένα  Θεέ που με έκανες να αγαπήσω ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει».

Τι κρυπτογραφείται μέσα στο πρόσωπο της ερωμένης;  Ισως, το σύμμεικτο πρόσωπο της ηρωίδας και της μητέρας της.  Με όρους ψυχαναλυτικούς : ο  πρωτογενής ναρκισσισμός της ηρωίδας, όταν μικρό παιδί τον προβάλει πάνω στο πλαίσιο – πρόσωπο της μητέρας.  Για να αγκιστρωθεί εκεί χρειάζεται να έρθει σε συνάντησή του ο ναρκισσισμός και ο ερωτισμός της μητέρας, που, απ΄ ότι φαίνεται στην περίπτωση αυτή, δεν προσήλθε : « καμιά φορά κάνω έτσι και μου ΄ρχεται η μυρωδιά σου και δεν πάει άλλο γαμώτο να μην εκφράσω αυτή τη φοβερή, την τόσο γαμημένη φρικτή οργανικά οδυνηρή σκατένια επιθυμία που νιώθω για σένα.  Και δεν μπορώ να πιστέψω ότι εγώ νιώθω αυτό για σένα και εσύ δεν νιώθεις τίποτα».  Το τραύμα αυτής της απώλειας την κρατά καθηλωμένη «φοβάμαι να χάσω αυτή που δεν άγγιξα ποτέ, η αγάπη με κρατά σκλάβα σ’ ένα κλουβί δακρύων» και δεν μπορεί να μετακινηθεί, να μεγαλώσει`  «χάνω μια γυναίκα που δεν γεννήθηκε ποτέ» ενδοψυχικά στην ηρωίδα, μη επιτρέποντας έτσι να δημιουργηθεί χάρη στη διαδικασία των πρωταρχικών ταυτίσεων η μήτρα της προσωπικότητάς της.

Οταν και οι δυο μήτρες, του ξένου και του όμοιου, αποδεικνύονται έδρες θανάτου, η ηρωίδα δεν έχει άλλη λύση παρά την ανάκλιση πάνω στη γλώσσα, την ανάκληση μέσα στη γλώσσα, την πρώτη και τελευταία μήτρα της ταυτότητας.  Τι ποιο οικείο από τη λέξη;  τι ποιο άγνωστο, πιο ανοίκειο από τη λέξη;  Ποιά πιο στέρεη σύμβαση από τη φράση;  Ποια πιο αυθαίρετη από τη σύνταξη;  Η ηρωίδα συστηματικά σε όλη τη διάρκεια του έργου, ερευνά και διασπά όλες τις δυνατότητες χρήσης του λόγου, αναζητώντας, από ένα σημείο και μετά, το νόημα, όχι πλέον στο περιεχόμενο, αλλά στη μορφή.  Ομως και αυτή δεν αντέχει «πώς να επιστρέψω στη μορφή τώρα που χάθηκε κάθε μορφή σκέψης; . . . εκτροχιασμένη, ξέφρενη παραμορφώνω μορφή ελευθερώνω».  Τελική, τέλεια και τελεία, λύση : η γραφή.  Η γραφή, κύηση.  Το κείμενο, σώμα. Η ηρωίδα Σάρα Κέϊν γράφει μέχρι να πεθάνει, και πεθαίνει, όπως όλοι οι αυτόχειρες ποιητές, όταν εκπίπτει η γραφή.

© 2020 by PMStudio Athens, photography by Alex Kat